Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Πλάτων, Τραύμα και Αλήθεια: Μια Συνομιλία για την Ψυχή του Ελληνισμού


Ξεκίνησε ως ένα σχόλιο σε ένα δοκίμιο για τον ελληνικό πολιτισμό. Κατέληξε να είναι μια από τις πιο γόνιμες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις που μπορεί να έχει κανείς με έναν άγνωστο. Ποιό το αντικείμενο; Αν η ελληνική σκέψη ήταν μια πράξη θάρρους ή άμυνας· αν η Πλατωνική φιλοσοφία γεννήθηκε από την αγάπη για την αλήθεια ή από τον φόβο της φθοράς και αν, τελικά, η διάκριση αυτή έχει νόημα.

Ι. Η αφορμή: “Οι Έλληνες δεν εξαπατούσαν”

Το δοκίμιο που έγινε αφορμή για τον διάλογο αυτό, γράφτηκε αρχικά για να εκφωνηθεί ως ομιλία ενώπιον τουρκικού κοινού στην Κωνσταντινούπολη - μια λεπτομέρεια που δεν είναι καθόλου ασήμαντη καθώς οι ιστορικές, πολιτισμικές και άλλες διαφορές που χωρίζουν Έλληνες και Τούρκους ορίζουν εν πολλοίς τη μεταξύ τους συμπεριφορά. Μιλώντας, λοιπόν, στην πόλη που κάποτε ήταν η Κωνσταντινούπολη, σε ανθρώπους που μοιράζονται μαζί μας γεωγραφία και ιστορία αλλά όχι μνήμες, πόθους και οράματα, επέλεξα να μιλήσω για κάτι που ξεπερνά την αντιπαλότητα. Μίλησα για τον πολιτισμό που γεννήθηκε στα παράλια της Μικράς Ασίας· για τους Ίωνες και τις πόλεις τους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός μπορεί να μεταμορφώσει την τραγωδία σε φιλοσοφία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια φράση ξεχώρισε και έγινε η σπίθα: ”...Οι Έλληνες δεν εξαπάτησαν ποτέ κανέναν αλλά, ούτε κι εξαπατήθηκαν...” Ένας από τους αναγνώστες του κειμένου - ένας βορειοευρωπαίος ερευνητής με βαθιά γνώση της ελληνικής παράδοσης, όπως φάνηκε από τη συνομιλία που είχαμε - δεν εντόπισε σε αυτή τη φράση ανακρίβεια, αλλά παράλειψη. Επικαλέστηκε τον Πλάτωνα.

ΙΙ. Το “Γενναίο Ψεύδος” και η αρχιτεκτονική της εξουσίας

Στην Πολιτεία (414b), ο Σωκράτης διατυπώνει ανοιχτά την ανάγκη ενός ιδρυτικού μύθου για τη δίκαιη πολιτεία: “γενναῖόν τι ἓν ψευδομένους” - “λέγοντας ένα γενναίο ψέμα”. Πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική πρόταση, εννοώντας ότι η κοινωνική συνοχή μπορεί να χρειαστεί μια εκ προθέσεως κατασκευασμένη αφήγηση.

Ο αναγνώστης το εξέλαβε αυτό όχι ως πολιτική ρητορεία αλλά ως δομικό σύμπτωμα, καθώς ο Πλάτωνας δεν φιλοσοφεί απλώς, αλλά επιχειρεί να χτίσει ένα μεταφυσικό τείχος ανάμεσα στην ανθρώπινη νόηση και στη φθαρτή πραγματικότητα. Στον Τίμαιο (27d–28a) αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο: υπάρχει αυτό που “υπάρχει πάντα” και αυτό που “γίνεται και φθείρεται”. Στο Συμπόσιο (211a–b), η Ιδέα “ούτε γίνεται ούτε φθείρεται”. Στον Φαίδωνα, η ψυχή είναι “αδιάλυτη”, σε αντίθεση με το σώμα που αποσυντίθεται.

Είναι αλήθεια ότι ο Πλάτων, σε αντίθεση με τον Σωκράτη της πρώιμης περιόδου, δέχεται ότι η πλήρης αλήθεια μπορεί να είναι πολιτικά καταστροφική για τους πολλούς. Αυτή η στάση δεν είναι απλώς παιδαγωγική· είναι και ελιτίστικη. Ωστόσο, εκείνο που τον διακρίνει από μεταγενέστερους “ιδεολόγους” είναι ότι δεν προσπαθεί να κρύψει το ψέμα του. Το ονοματίζει, μάλιστα, “γενναίο”. Διατηρεί δηλαδή ακόμα και μέσα στην κατασκευή μια μορφή ειλικρίνειας.

Για τον αναγνώστη, ωστόσο, αυτή η φιλοσοφική κίνηση δεν είναι αθώα. Είναι η πρώτη εκδοχή εκείνης της δυτικής στάσης που αργότερα θα γεννήσει τη χριστιανική περιφρόνηση της σάρκας, τον καρτεσιανό δυισμό, και τελικά τη σύγχρονη τεχνοκρατική αλαζονεία - την πεποίθηση ότι ο λόγος μπορεί να κυριαρχήσει επί της φύσης, να την αντικαταστήσει, ακόμη και να την ακυρώσει.

ΙΙΙ. Η υπεράσπιση: Τραγική συνείδηση, όχι απόδραση

Η αντίθεση που αναπτύχθηκε στη συνομιλία δεν αρνείται τα κείμενα. Αρνείται την ερμηνεία. Ο Πλάτων δεν γράφει από ασφάλεια. Γράφει συντετριμμένος - μετά τον θάνατο του Σωκράτη, και απογοητευμένος από την πολιτική και ηθική κατάρρευση της Αθήνας, με το ερώτημα “μπορεί η αλήθεια να επιβιώσει σε έναν κόσμο φθοράς;” να είναι υπαρξιακό, όχι ακαδημαϊκό. Το “γενναίο ψέμα” δεν είναι θεμελιακό, δομικό στοιχείο μιας πνευματικής συνωμοσίας κατά της φύσης. Είναι πολιτικός μύθος παιδαγωγικού χαρακτήρα και ο ίδιος ο Πλάτωνας το γνωρίζει και το ονοματίζει.

Ωστόσο, η ελληνική πνευματική παράδοση δεν περιορίζεται στον Πλάτωνα. Ο Ηράκλειτος αντιτίθεται στον Παρμενίδη. Ο Αριστοτέλης διορθώνει τον Πλάτωνα. Οι Στωικοί επιστρέφουν στη φύση. Και πιο πρόσφατα, ο Νίτσε επιτίθεται στη μεταφυσική, ο Χάιντεγκερ αποδομεί τη δυτική οντολογία στις ρίζες της. Δεν υπάρχει καμία “θεσμική οντολογία” της Δύσης. Υπάρχει μια ατέλειωτη εσωτερική κρίση. Και αυτή η κρίση είναι, κατά βάθος, ελληνική.

Ο Όμηρος, πολύ πριν από τον Πλάτωνα, δεν αποδρά από τη φύση. Βυθίζεται μέσα σε αυτήν. Η Ιλιάδα δεν είναι απλώς επική ποίηση. Είναι το αντίτιμο της βίας. Ο Αχιλλέας δεν θριαμβεύει. Παθαίνει. Και στο τέλος, δεν ηττάται από τον θάνατο. Τον αγκαλιάζει!: “κῆρα δ' ἐγώ τότε δέξομαι”. Η ελληνική τραγική συνείδηση δεν παράγει άρνηση της πραγματικότητας. Εκβιάζει την επίγνωσή της.

IV. Το βαθύτερο ερώτημα: Άμυνα ή φιλοσοφία;

Στο σημείο αυτό ο διάλογος έφτασε στον πυρήνα του. Αν ο Πλάτων έχτισε έναν “κόσμο ιδεών” ανάμεσα στον νου και τη φθορά, τούτο μπορεί να ειδωθεί ως προσπάθεια επούλωσης του τραύματος ή ως φιλοσοφική διαχείριση του χάους;

Το συμπέρασμα ήταν ότι ίσως το ερώτημα να είναι λανθασμένο. Γιατί και τα δύο δεν αποκλείονται. Ο ανθρώπινος νους, όταν αντιμετωπίζει τη φθορά, κάνει και τα δύο ταυτόχρονα: αμύνεται και φιλοσοφεί. Τρέμει και στοχάζεται. Φοβάται τον θάνατο και αναρωτιέται τι σημαίνει. Αυτή η αδύνατη συνύπαρξη δεν είναι αδυναμία ούτε καν για τον Πλάτωνα. Είναι η συνθήκη κάθε ανθρώπινης σκέψης.

Αυτό ακριβώς θέλει να πει το δοκίμιο για τον ελληνισμό. Οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν τον φόβο και την άγνοια με ηρωισμό ή με αδιαφορία, αλλά με τέχνη, φιλοσοφία, θέατρο, αυτογνωσία. Μετέτρεψαν το τραύμα σε δημιουργία. Δεν έκρυψαν το άλλο πρόσωπο του κόσμου - αυτό το σκοτεινό, το μελαγχολικό - αλλά του έδωσαν μέτρο, μορφή και ομορφιά.

V. Το παράδοξο της ιωνικής ακτής

Υπάρχει μία εικόνα στο δοκίμιο που επιστρέφει στο μυαλό μετά τη συνομιλία: οι Έλληνες αποικιστές που διασχίζουν το Αιγαίο και φτάνουν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Δεν ταξιδεύουν ως κατακτητές ή τουλάχιστον, δεν ήθελαν πια να είναι. Ήρθαν ως λαός που έφερε μαζί του τη μνήμη ενός εγκλήματος - της Τροίας - και ήθελαν να κάνου κάτι αντάξιο αυτής της μνήμης, αποζημιώνοντας την ανθρωπότητα για το έγκλημα που συνειδητά διέπραξαν.

Η εικόνα ανταποκρίνεται επακριβώς τόσο στο περιεχόμενο του διαλόγου όσο και στο ζητούμενο του ελληνικού ψυχισμού. Διότι το ερώτημα “φιλοσοφία ή τραύμα” προϋποθέτει και τα δύο. Οι Έλληνες μάς έδειξαν ότι ο πολιτισμός γεννιέται ακριβώς εκεί που το τραύμα δεν αποσιωπάται και η ενοχή δεν αφήνεται να γίνει απόγνωση. Τότε μόνον συντελείται η πραγματική δημιουργία.

Ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος - όλοι τους γεννήθηκαν από εκείνα τα χώματα. Πιθανόν έτσι να εξηγείται γιατί ετέθη εξαρχής το ερώτημα: “τι είναι ο κόσμος”, και όχι “πώς να δραπετεύσουμε από αυτόν”.

Ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι Έλληνες δεν έκρυψαν τη φθορά είναι ότι γέννησαν την Τραγωδία. Κανένας άλλος πολιτισμός δεν τόλμησε να φέρει στη σκηνή, μπροστά στα μάτια όλου του δήμου, την απόλυτη συντριβή του ανθρώπου από δυνάμεις που ο ίδιος δεν ελέγχει. Αυτό δεν είναι άμυνα. Είναι η πιο ριζική αναμέτρηση με το τραύμα που επιχείρησε ποτέ ο άνθρωπος.

VI. Ένα ερώτημα χωρίς τελεία

Ο διάλογος έκλεισε με μία παρατήρηση που λειτούργησε ως συμπέρασμα: η αδιευκρίνιστη ένταση είναι, ίσως, η μεγαλύτερη κληρονομιά των Ελλήνων. Δεν έλυσαν την αντίθεση ανάμεσα στη λογική και στο χάος, στον λόγο και στη φθορά, στη φιλοσοφία και στο τραύμα. Τη διατήρησαν ζωντανή. Και ίσως αυτή η αδυναμία επίλυσης είναι αυτό που ονομάζουμε σκέψη.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτός ο διάλογος - ανάμεσα σε έναν Έλληνα και έναν αναγνώστη του κειμένου του από τη Βόρεια Ευρώπη - διαδραματίστηκε στο περιθώριο ενός κειμένου που εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στην πόλη όπου η ελληνική μνήμη και η οθωμανική παρουσία συνυπάρχουν επί αιώνες. Στην πόλη που χτίστηκε εκεί ακριβώς που οι Μεγαρείς είχαν ιδρύσει το Βυζάντιο τον 7ο π.Χ. αιώνα.

Ίσως δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να αναρωτηθεί κανείς αν η αναζήτηση σταθερότητας μέσα στη ροή είναι άμυνα ή φιλοσοφία - και να καταλήξει ότι, ίσως, είναι και τα δύο.

 

Βιβλιογραφία:

· Moissidis, C., 2026. Essay on Greeks and Their Expansion in Our Region: On Ionian Culture, Greek Colonisation, and the Enduring Legacy of a People. Πάτρα: Academia.edu

· Πλάτων, 1993. Τίμαιος. Μετάφραση Β. Κάλφας. Αθήνα: Πόλις.

· Πλάτων, 2002. Πολιτεία. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος. Αθήνα: Πόλις.

· Πλάτων, 2004. Συμπόσιο. Μετάφραση Σ. Ράμφος. Αθήνα: Αρμός.

· Πλάτων, 2014. Φαίδων. Μετάφραση Ι. Ν. Πετράκης. Αθήνα: Εκδόσεις της Εστίας

 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Kalbimizin sınırları / Τα σύνορα της καρδιάς μας


 
🇹🇷 Kalbimizin sınırları
kimseyi fethetmeyi gerektirmez.
Ama bu sınırları biliyoruz. Net olarak.
Ve onları savunuyoruz -
nefretle değil,
adaleti teslimiyetten ayıran
o soğuk ölçüyle.
 
Bu kalp kıskançlık beslemez.
Üstünlük yanılsamasıyla çarpmaz.
Haksızlığın sınırını ve kibrin nerede başladığını bilir.
 
Egemenlik kurmaya çalışmaz,
çünkü başkası üzerindeki egemenliğin
her zaman kırılgan bir zafer olduğunu bilir.
Ödünç alınmış bir hâkimiyet.
Geçici bir işgal.
 
Hiçbir Peygamber rehber değil.
Yalnızca erdem.
 
Güç, toprakla ya da dayatmayla ölçülmez.
Farklı olanın yakınında kalırken
bütünlüğünü koruyabilmekle ölçülür.
Ölçüyü yitirmeden.
Yargı sorumluluğundan kaçmadan.
 
Bu kalp, özgürlüğünün ağırlığını taşıyamayacağı
hiçbir şeyi fethetmemeyi seçer.
Bu vazgeçiş değil - hoşgörüdür.
 
Tereddütsüzce.
 
🇬🇷 Τα σύνορα της δικής μας καρδιάς δεν προϋποθέτουν την κατάκτηση κανενός.
Και αυτή η καρδιά δεν τρέφει φθόνο.
Δεν χτυπά με μίσος ούτε και με την ψευδαίσθηση της υπεροχής.
Αναγνωρίζει το δίκαιο και τα όρια της ύβρεως.
 
Δεν επιδιώκει να κυριαρχήσει, γιατί γνωρίζει πως η κυριαρχία πάνω στον άλλον είναι πάντα εύθραυστη νίκη.
Δανεική ηγεμονία.
Πρόσκαιρη κατοχή.
 
Κανένας Προφήτης οδηγός.
Μονάχα η αρετή.
 
Η ισχύς δεν μετριέται σε έκταση και με την επιβολή,
αλλά στην ικανότητα να παραμένεις ακέραιος μέσα στην εγγύτητα του διαφορετικού.
Να μην χάνεις το μέτρο ούτε να εγκαταλείπεις την ευθύνη της κρίσης.
 
Αυτή η καρδιά, επιλέγει να μην κατακτά τίποτα που δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της ελευθερίας του. Κι αυτό δεν είναι παραίτηση αλλά επιείκεια.
 
Χωρίς δισταγμό.
 
 

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Of Gods and Men

 

81 years ago we were forced to fight a war we had never wished for. Our small country with outdated armed forces, obsolete arms and no means, had to defend itself from an empire with the most advanced military equipment at that time, and with a mighty power of hundreds of thousands heavily armed troops that they could just walk through!

There was only one answer against fascism and that answer was heard loud and clear: OXI ( = No)! Italy had ten times the fire-power of Greece and overwhelming land, air and sea superiority. But we won. We won spiritually, psychologically and practically in the extreme cold mountains and fields of Northern Epirus, nowdays in Albania. It was the first defeat of the Axis powers and the first liberation of territory captured by the Axis powers.
 
The price paid from both sides was high. Blood, sweat and tears. There is nothing good at war. No greatness, no pride, no honour! History is full of it. History is written with blood, sweat and tears...
 
We all know that people make the same mistakes again and again, because they never really learn. Sooner or later we might have to defend our small homeland from fascism and oppression - once more, and we shall prevail again, not because we have the strength or the fire-power but because we have the will to defend ourselves and what is fair and just!
 
Till then, we will be commemorating our grandfathers who fought and sacrificed themselves for our freedom, and we will be preserving their their legacy to us and to all mankind!

 

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση: ο Ελληνισμός κι ο επαναστατικός εταιρισμός μέσα από την οπτική των Τούρκων

 


Αν και η επίσημη διδασκαλία της Ιστορίας, μέσω του εκπαιδευτικού μας συστήματος παρουσιάζει μία κοινά διαπιστωμένη προβληματική που δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου, η εκτεταμένη βιβλιογραφία κι αρθρογραφία που διαρκώς εμπλουτίζεται αδιάφορα από το επίσημο εθνικό μας αφήγημα και παράλληλα με την ιστορική έρευνα, μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα πλέον από μια πιο ευρεία γωνία θέασης. 

Τα νέα ευρήματα που έρχονται σταδιακά στην επιφάνεια αλλά και οι πολλές και διαφορετικές απόψεις που διατυπώνονται κι εκφράζονται μέσα στο πλαίσιο της αξιολόγησης και κατανόησης προσώπων και γεγονότων, διαψεύδουν μύθους, καταρρίπτουν προκαταλήψεις, ερμηνεύουν με μεγαλύτερη σαφήνεια το υλικό που έχουμε στα χέρια μας και ρίχνουν φως σε άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πτυχές της Ιστορίας μας προσφέροντάς μας έτσι διέξοδο από την μονόχνοτη αφήγηση που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ούτε ευχάριστη, ούτε διδακτική αλλά ούτε και παραγωγική.

Ωστόσο, στερούμαστε ακόμη εκείνης της κοινά παραδεκτής αλήθειας που θα μας αποκαλύψει σε όλη την έκταση και σε όλο το βάθος τους ζητήματα που άπτονται του παρόντος και του μέλλοντός μας.

Αξίζει να επισημάνουμε και μία άλλη παράμετρο. Συχνά, παραβλέπουμε τι λέει και τι ισχυρίζεται η άλλη πλευρά και το ενδιαφέρον μας δεν περιστρέφεται και γύρω από τις δικές της απόψεις κι εκτιμήσεις. Όμως, δεν έχει σημασία μόνον το τι λέμε ή τι πιστεύουμε εμείς!

Αν και αναγνωρίζουμε πως απαραίτητη προϋπόθεση στην κατανόηση κι αντιμετώπιση των «απέναντι» είναι η γνώση και των δικών τους θέσεων κι αντιλήψεων, δυστυχώς, ελάχιστες προσπάθειες έχουν γίνει προς αυτή τη κατεύθυνση. Αρκούμαστε στην αποσπασματική κι επιφανειακή επεξεργασία κάποιων ορισμένων αναφορών των σχολικών τους βιβλίων και νομίζουμε ή υποθέτουμε πως βλέπουμε ολόκληρη την εικόνα.

Το ιστορικό αφήγημα των Τούρκων κι ως εκ τούτου, ο αναθεωρητισμός που επιχειρούν στις μέρες μας επωφελείται αυτού του κενού. Οι Τούρκοι έχουν επενδύσει στην έλλειψη τεκμηρίων, την ιδεολογική υποκειμενικότητα και την αδυναμία της σύγχρονης ελληνικής παιδείας να στηρίξει επαρκώς την κριτική επεξεργασία όλων εκείνων των δεδομένων που στο τέλος-τέλος συγκροτούν την ταυτότητά μας και μπορούν να καλλιεργούν την εθνική μας συνείδηση μακρυά και πέρα από τις όποιες διαφορές· πολιτικές ή άλλες. Με άλλα λόγια, έχουν ποντάρει στην παθογένεια του πολιτικού και εκπαιδευτικού μας πολιτισμού και «κάνουν ταμείο» όσο εμείς δεν τα βρίσκουμε μεταξύ μας.

Οι εορτασμοί των διακοσίων ετών από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για την επαναξιολόγηση της έως τώρα ιστορικής μας καταγραφής, δοκιμάζοντας διορθώσεις όπου χρειάζεται έτσι, ώστε ενισχυθεί ο ελληνισμός ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν τα έκανε όλα στραβά κι ανάποδα. Είχε και έχει τις επιτυχίες του κι έχει να επιδείξει κατακτήσεις, επιτεύγματα και προοπτικές.

Αναμφισβήτητα, κεντρικό ρόλο στην πραγμάτωση των ιδεών και των επιδιώξεων περί πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης αλλά και εθνικής ανεξαρτησίας κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, έπαιξαν οι κάθε είδους εταιρείες αλλάζοντας για πάντα το κοινωνικοπολιτικό τοπίο σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Μέσα από τον διάλογο, τη συνύπαρξη και την συλλογική δράση, η λειτουργία τους σηματοδότησε μία γενικευμένη προσπάθεια βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής, εμφύσησε όνειρα κι ελπίδες, δημιούργησε προσδοκίες κι έδωσε νόημα στα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου.

Στην καθ' ημάς Ανατολή το όραμα μιας πιο δίκαιης κοινωνίας για όλους ανεξαιρέτως χωρίς εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές ή άλλες διακρίσεις επικοινωνήθηκε τόσο ξεκάθαρα κι είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο στην αυτοσυνειδησία των Οθωμανών, σε σημείο που να μην μπορεί η Υψηλή Πύλη και η ισλαμική διανόηση να αντιδράσουν.

Οι μυστικές κι επαναστατικές εταιρείες, όπως οι τεκτονικές οργανώσεις και η Φιλική Εταιρεία, αποτελούν εκφάνσεις αυτού του φαινομένου και οδήγησαν σε πολύ συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Εκείνο που θα πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι το αν αλλά το πως και σε ποιο βαθμό συνδέονται μεταξύ τους.

Από την άλλη πλευρά, η ισλαμιστική κι εθνικιστική διανόηση στην Τουρκία του παρόντος εξετάζει το τεκτονικό κίνημα αλλά και κάθε επαναστατική και πατριωτική κίνηση μέσα από το πρίσμα της ισλαμικής παράδοσης και της οθωμανικής κοσμοθεωρίας ενώ, είναι έκδηλο το μένος που αμφότερες τρέφουν απέναντι στους Έλληνες και τους άλλους βαλκάνιους λαούς αφού τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι στην κραταιά αυτοκρατορία τους.

Παρά τις θεμελιώδεις διαφορές τους, και τις δύο σχολές σκέψης, τις ενώνει το μίσος που αισθάνονται μαζί με τον φόβο που άφοβα εκδηλώνεται ταυτόχρονα, επιβεβαιώνοντας πως οι επιπτώσεις της δράσης των Φιλικών στη Ιστορία τους υπήρξε καταλυτική.

Το είδος και το ύφος του αγώνα των Φιλικών σάρωσε την καθ’ ημάς Ανατολή και η εθνική ανεξαρτησία των Ελλήνων δικαίως μπορεί να θεωρείται η πρώτη μεγάλη νίκη των εθνών επί του ισλαμισμού που ήθελε και θέλει τον άνθρωπο έρμαιο της θρησκευτικής και πολιτικής διαστροφής ιμάμηδων και σεΐχηδων. Μέσα από τον αγώνα των Ελλήνων, το ευρωπαϊκό πνεύμα ανέκτησε - και δεν κατέκτησε - γεωγραφικά και πολιτισμικά ό,τι είχε χαθεί τους περασμένους αιώνες.

Αν το ερώτημα είναι κατά πόσο η Φιλική Εταιρεία πέτυχε τον σκοπό της κι ολοκλήρωσε τον κύκλο της με την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους, την απάντηση να μην την δώσουμε εμείς αλλά, ας αφήσουμε τους Τούρκους να απαντήσουν μια και ακόμη και σήμερα, στο άκουσμα και μόνον των λέξεων Φιλική Εταιρεία, ισλαμιστές κι εθνικιστές φρίττουν καθώς, αναγνωρίζουν στη Φιλική Εταιρεία την διάλυση του κοινωνικού και πολιτικού τους οικοδομήματος χωρίς όμως να περιορίζονται σε αυτή τη διαπίστωση. Προχωρούν ένα ακόμη βήμα πιο πέρα.


Θεωρούν πως τόσο η «Μεγάλη Ιδέα» όσο και το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με τον εθνικό κορμό όχι μόνον απέτυχαν αλλά εξακολουθούν μέσα από τις ίδιες υπόγειες διαδρομές της εταιρικής πρακτικής να ενισχύουν το ιστορικό έρεισμα του ελληνισμού στην «Ανατολία» - τη Μικρά Ασία δηλαδή, την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο που «αδίκως» και «καταχρηστικά» «διοικούν» οι Έλληνες.

Η Ελληνική Επανάσταση όμως δεν ήταν το πνευματικό παιδί του Τεκτονισμού κι ούτε ο Τεκτονισμός εργαλειοποιήθηκε στα μέτρα και τα σταθμά που εργαλειοποιήθηκε από τους Νεότουρκους. Έστω κι αν πολλοί Φιλικοί διέθεταν την τεκτονική ιδιότητα.

Η εθνεγερσία των Ελλήνων δεν στηρίχθηκε στο Τεκτονισμό ούτε και ήταν αποτέλεσμα μιας συντονισμένης τεκτονικής δραστηριότητας, όπως συνέβη στην περίπτωση των Τούρκων με ευθύνη του ιταλικού τεκτονισμού σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα.

Αντίθετα, λόγιοι και διανοούμενοι, έμποροι και κερδοσκόποι, φοιτητές κι αγρότες, ναυτικοί και στρατιωτικοί, ιερείς και πειρατές, ποιητές και κλέφτες με ή χωρίς τεκτονική ιδιότητα, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό και τις δικές του προσδοκίες, συνήθως ατομικά και πολλές φορές συλλογικά, χωρίς σχέδιο κι οργάνωση, επεξεργάστηκαν μέσα τους όλες εκείνες τις αξίες τις αρχές, τις ιδέες και τα ιδανικά που διακινούνταν στον ευρωπαϊκό χώρο και κατανόησαν λογικά κι αβίαστα πως ο δικός τους τρόπος ζωής και ο δικός τους τρόπος σκέψης δεν ήταν συμβατός με τον τουρκικό.  


Σίγουρα η Ελληνική Επανάσταση δεν θα είχε συμβεί εκείνη τη χρονική στιγμή και δεν θα είχε τα αποτελέσματα που είχε αν δεν την εκβίαζε η Φιλική Εταιρεία όμως, θα συνέβαινε ούτως ή άλλως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Διότι τα ιδεώδη του ανθρωπισμού - όπως οι ίδιοι οι ισλαμιστές Τούρκοι διατείνονται - είναι ασύμβατα με το Ισλάμ και με την ίδια τη φύση του τουρκικού εθνικισμού.

Η τεκτονική ιστοριογραφία της γειτονικής μας χώρας συμπεριλαμβάνει καταγεγραμμένες κι όλες σχεδόν τις προσπάθειες των ισλαμιστών και των εθνικιστών στην απαξίωση του τεκτονικού θεσμού με τον ισχυρισμό ότι ο Τεκτονισμός λειτούργησε - και λειτουργεί - ως δούρειος ίππος μέσα στην τουρκική κοινωνία κι ήταν ο κύριος υπαίτιος κατάρρευσης της αυτοκρατορίας τους με τη σύμπραξη Ελλήνων, Αρμενίων, Δυτικών και Τούρκων χωρίς ισλαμική και τουρκική συνείδηση. Δεν παραθέτουν όμως την οποιαδήποτε τεκμηρίωση.

Εθνικιστές κι ισλαμιστές αντιμετωπίζουν τον τεκτονισμό ως εχθρό. Προσομοιάζουν την Φιλική Εταιρεία στο Κομιτάτο της «Ένωσης και της Προόδου» και εφόσον γνωρίζουν πως υπάρχουν στοές στην χώρα μας με την επωνυμία «Φιλική Εταιρεία», συμπεραίνουν την… ιστορική συνέχεια στην αέναη εξύφανση μίας δήθεν βδελυρής κι ανίερης συνωμοσίας εναντίον της Τουρκίας και του τουρκικού λαού, με τον ελληνισμό να εμποδίζει την πραγμάτωση των σχεδίων για τελική επικράτηση του Ισλάμ και του ιδεολογήματος του (παν)τουρκισμού... παντού. 

Ίσως ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πόσο γελοίες είναι αυτές οι αιτιάσεις, αν κι ενδεικτικές της ποιότητας των επιχειρημάτων που προβάλλονται, με σκοπό την δημιουργία ενός συμπαγούς «μετώπου κρούσεως» απέναντι στον πολιτισμένο κόσμο αλλά και για την περιθωριοποίηση των δημοκρατών και των εθνολαϊκιστών του κεμαλισμού στο εσωτερικό.

Είναι αλήθεια, προσπάθησαν πολύ, κατ’ επανάληψη κι επί ματαίω να εξισωθούν πολιτισμικά με τους ευρωπαϊκούς λαούς. Προσπάθησαν να μιμηθούν τη Δύση δίχως να κατανοούν τις διαδικασίες του κοινωνικού μετασχηματισμού σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, με τις όποιες κατά τόπους διαφοροποιήσεις. Είδαν έντρομοι πως δεν είχαν τίποτε να επιδείξουν πέραν από το πλήθος και την ισχύ τους.

Αναπόφευκτα, επιτέθηκαν στον πολιτισμό, την γλώσσα, την παράδοση και την νοοτροπία των λαών υπό την κυριαρχία τους, με πολιτικές διώξεων, αφομοίωσης κι εκκαθάρισης, και συνέθεσαν μύθους και θρύλους δίχως καμία απολύτως πνευματική, πολιτισμική και ιστορική βάση. Όλα έγιναν με σχέδιο και μέθοδο ώστε ακόμη και οι ίδιοι στο τέλος να πιστέψουν το ίδιο τους το ψέμα!

Από τον Ömer Seyfettin μέχρι τον Mahmut Esat Bozkurt και τον Hürol Tasdelen δεν υπάρχουν χρονικές ή ιδεολογικές αποστάσεις κατά την διατύπωση απόψεων που καταδεικνύουν πως ο τεκτονισμός δεν εξυπηρετεί τον τουρκικό εθνικισμό μια και αυτός αποτελεί «...την μόνη αυθεντική έκφραση της παγκοσμιότητας από την οποία η ανθρωπότητα ωφελήθηκε των πολιτισμών που ξεπήδησαν μέσα από την τουρκική μήτρα» (sic)! 

Η γη όμως γυρίζει, η ζωή προχωρά· άνθρωποι έρχονται και φεύγουν και οι κοινωνίες μας εξελίσσονται. Κάθε κοινότητα Ελλήνων μεγάλη ή μικρή, κάθε στοά και κάθε εταιρεία, λέσχη, σύλλογος, σχολείο, εκκλησία ή συνεταιρισμός από την Δύση μέχρι την Ανατολή και από τον Βορρά μέχρι τον Νότο, αναδεικνύει μια αλήθεια που οι Τούρκοι δεν μπορούν να αποδεχθούν και οι Ευρωπαίοι θέλουν να παραβλέπουν λόγω των δικών τους συμφερόντων: Ο ελληνικός εθνικός χώρος, γλωσσικά, πνευματικά, πολιτισμικά και γεωπολιτικά δεν περιορίστηκε ποτέ και δεν περιορίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της πατρίδας μας.


Δεν γνωρίζω αν το συναισθάνονταν ή αν το γνώριζαν αυτό οι πρόγονοί μας. Το σίγουρο είναι πως υπήρξαν συνεπείς απέναντι στους απογόνους τους. Μας παρέδωσαν κάτι το ελάχιστο, το οποίο αποκτήθηκε με κόπο κι αίμα, και μας έδωσαν την ευκαιρία και την ελευθερία να το μεγαλώσουμε όπως εμείς θα κρίναμε καλύτερα.

Εμείς αισθανόμαστε αντάξιοι αυτής της κληρονομιάς; Μένει να το απαντήσει ο καθένας μας μόνος του. Τιμώντας την μνήμη και τους αγώνες τους, ενθυμούμενοι τα επιτεύγματα και τα σφάλματά τους πράττουμε άγια αλλά, ας μην λησμονούμε ότι ο ελληνισμός δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Ο ελληνισμός είμαστε εμείς. Όλοι μαζί.

Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Δεν υπάρχουν περισσότερο πατριώτες και λιγότερο πατριώτες. Ούτε επώνυμοι κι ανώνυμοι. Δεν υπάρχουν Έλληνες πρώτης και δεύτερης διαλογής. Υπάρχουν μόνο Έλληνες. Εμείς δεν είμαστε Τούρκοι για να υποστηρίζουμε την ύπαρξή μας και τη επιβίωση του έθνους μας μέσα από τον σωβινισμό. Η δική μας επιβίωση είναι δυνατή μόνον μέσα από τον πνεύμα, την ιστορία, τον πολιτισμό που παραλάβαμε και τα έργα μας που θα κληροδοτήσουμε στους επόμενους. Ό,τι φτιάξουμε καλύτερα σήμερα, τόσο πιο ισχυρό θα είναι αύριο.