Η Κυριακή των Βαΐων, στο πλαίσιο της Ορθόδοξης παράδοσης, δεν αποτελεί απλώς προοίμιο της Μεγάλης Εβδομάδας, αλλά μια κρίσιμη αποκάλυψη της ανθρώπινης στάσης απέναντι στο θείο και, κατ’ επέκταση, απέναντι στην ίδια την ελευθερία του ανθρώπου.
Η θριαμβευτική υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα φωτίζει δύο διακριτές οδούς: εκείνη της πρόσκαιρης αποδοχής, που τρέφεται από τον ενθουσιασμό και τις προσδοκίες ενός επίγειου θριάμβου, και εκείνη της σιωπηλής, ανθεκτικής πίστης, που δεν εξαρτάται από την επιβεβαίωση ή την άμεση δικαίωση.
Η πρώτη οδός, αν και μαζική και εντυπωσιακή, αποδεικνύεται εύθραυστη. Η ίδια η φωνή που υμνεί μπορεί σύντομα να στραφεί σε απόρριψη, όταν ή αν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες επιδιώξεις. Αντιθέτως, η δεύτερη οδός, λιγότερο ορατή αλλά ουσιωδώς βαθύτερη, εδράζεται στην ελευθερία της ανθρώπινης φύσης να επιλέγει πέρα από τον φόβο, την απογοήτευση ή την κοινωνική πίεση. Πρόκειται για μια πίστη που δεν επιβάλλεται ούτε επιδεικνύεται, αλλά επιμένει.
Υπό αυτό το πρίσμα, η έλευση στα Ιεροσόλυμα μέχρι την πορεία προς τον Γολγοθά και μετά στην Ανάσταση δεν είναι γραμμική. Δεν είναι αυτονόητη. Μεσολαβεί η δοκιμασία της Μεγάλης Εβδομάδας, όπου η ανθρώπινη ελευθερία καλείται να αποδεσμευτεί από την ανάγκη του θεάματος και να στραφεί προς μια συνειδητή, εσωτερική επιλογή.
Αυτό το “πέρασμα” που οδηγεί στην τελική μεταμόρφωση εορτάζουμε και όχι το πέρασμα των Εβραίων! Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση ιστορικά, θεολογικά, φιλοσοφικά και πολιτισμικά μαζί τους. Αυτό, το αναφέρω και το σημειώνω για όσους επιμένουν μέσα στην άγνοιά τους να συγχέουν γεγονότα και έννοιες που, αν και φέρουν μια επιφανειακή ομοιότητα, εντάσσονται σε εντελώς διαφορετικά νοητικά και πνευματικά πλαίσια.
Το χριστιανικό βίωμα του Πάσχα εκκινεί από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία: την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο και την ανάγκη υπέρβασής του. Δέον, λοιπόν, είναι και οι ευχές που ανταλλάσσουμε να αντανακλούν αυτή τη διάκριση: “Καλό Πάσχα” μέχρι και τη Μεγάλη Πέμπτη και “Καλή Ανάσταση” από τότε και έπειτα.
Αξίζει, τέλος, μια διευκρίνιση που φωτίζει τη δραματική ακολουθία των ημερών. Η Ανάσταση του Λαζάρου, την οποία εορτάσαμε χθες, λειτούργησε ως γεγονός που ενίσχυσε τον ενθουσιασμό του πλήθους κατά την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Το θαύμα της επαναφοράς ενός νεκρού στη ζωή εκλήφθηκε ως “τεκμήριο” δύναμης και τροφοδότησε τις προσδοκίες ενός επίγειου θριάμβου.
Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η βαθύτερη διάσταση του μηνύματος που εκπέμπει ο χριστιανισμός. Η νίκη επί του θανάτου δεν ταυτίζεται με την αποφυγή του Σταυρού. Το θαύμα δεν αναιρεί την οδό της θυσίας. Αντιθέτως, την προαναγγέλλει χωρίς να την υποκαθιστά. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελευθερία της ανθρώπινης φύσης καθίσταται καθοριστική. Δεν εξαναγκάζεται από την εντύπωση του θαύματος, αλλά καλείται να υπερβεί την επιφάνεια του γεγονότος και να επιλέξει, με εμπιστοσύνη και πίστη, μια στάση που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο ορατό.
Υπό αυτή την έννοια, η πορεία από την ανάσταση του Λαζάρου προς την είσοδο στα Ιεροσόλυμα και, τελικώς, προς την Ανάσταση του Χριστού συγκροτεί μια ενιαία δραματική κίνηση: από την εξωτερική επιβεβαίωση προς την εσωτερική δοκιμασία. Το θαύμα του Λαζάρου προαναγγέλλει τη νίκη, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη της ελεύθερης και προσωπικής στάσης απέναντι στο μυστήριο που κορυφώνεται στην Ανάσταση.








.jpg)



