Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Πλάτων, Τραύμα και Αλήθεια: Μια Συνομιλία για την Ψυχή του Ελληνισμού


Ξεκίνησε ως ένα σχόλιο σε ένα δοκίμιο για τον ελληνικό πολιτισμό. Κατέληξε να είναι μια από τις πιο γόνιμες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις που μπορεί να έχει κανείς με έναν άγνωστο. Ποιό το αντικείμενο; Αν η ελληνική σκέψη ήταν μια πράξη θάρρους ή άμυνας· αν η Πλατωνική φιλοσοφία γεννήθηκε από την αγάπη για την αλήθεια ή από τον φόβο της φθοράς και αν, τελικά, η διάκριση αυτή έχει νόημα.

Ι. Η αφορμή: “Οι Έλληνες δεν εξαπατούσαν”

Το δοκίμιο που έγινε αφορμή για τον διάλογο αυτό, γράφτηκε αρχικά για να εκφωνηθεί ως ομιλία ενώπιον τουρκικού κοινού στην Κωνσταντινούπολη - μια λεπτομέρεια που δεν είναι καθόλου ασήμαντη καθώς οι ιστορικές, πολιτισμικές και άλλες διαφορές που χωρίζουν Έλληνες και Τούρκους ορίζουν εν πολλοίς τη μεταξύ τους συμπεριφορά. Μιλώντας, λοιπόν, στην πόλη που κάποτε ήταν η Κωνσταντινούπολη, σε ανθρώπους που μοιράζονται μαζί μας γεωγραφία και ιστορία αλλά όχι μνήμες, πόθους και οράματα, επέλεξα να μιλήσω για κάτι που ξεπερνά την αντιπαλότητα. Μίλησα για τον πολιτισμό που γεννήθηκε στα παράλια της Μικράς Ασίας· για τους Ίωνες και τις πόλεις τους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός μπορεί να μεταμορφώσει την τραγωδία σε φιλοσοφία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια φράση ξεχώρισε και έγινε η σπίθα: ”...Οι Έλληνες δεν εξαπάτησαν ποτέ κανέναν αλλά, ούτε κι εξαπατήθηκαν...” Ένας από τους αναγνώστες του κειμένου - ένας βορειοευρωπαίος ερευνητής με βαθιά γνώση της ελληνικής παράδοσης, όπως φάνηκε από τη συνομιλία που είχαμε - δεν εντόπισε σε αυτή τη φράση ανακρίβεια, αλλά παράλειψη. Επικαλέστηκε τον Πλάτωνα.

ΙΙ. Το “Γενναίο Ψεύδος” και η αρχιτεκτονική της εξουσίας

Στην Πολιτεία (414b), ο Σωκράτης διατυπώνει ανοιχτά την ανάγκη ενός ιδρυτικού μύθου για τη δίκαιη πολιτεία: “γενναῖόν τι ἓν ψευδομένους” - “λέγοντας ένα γενναίο ψέμα”. Πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική πρόταση, εννοώντας ότι η κοινωνική συνοχή μπορεί να χρειαστεί μια εκ προθέσεως κατασκευασμένη αφήγηση.

Ο αναγνώστης το εξέλαβε αυτό όχι ως πολιτική ρητορεία αλλά ως δομικό σύμπτωμα, καθώς ο Πλάτωνας δεν φιλοσοφεί απλώς, αλλά επιχειρεί να χτίσει ένα μεταφυσικό τείχος ανάμεσα στην ανθρώπινη νόηση και στη φθαρτή πραγματικότητα. Στον Τίμαιο (27d–28a) αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο: υπάρχει αυτό που “υπάρχει πάντα” και αυτό που “γίνεται και φθείρεται”. Στο Συμπόσιο (211a–b), η Ιδέα “ούτε γίνεται ούτε φθείρεται”. Στον Φαίδωνα, η ψυχή είναι “αδιάλυτη”, σε αντίθεση με το σώμα που αποσυντίθεται.

Είναι αλήθεια ότι ο Πλάτων, σε αντίθεση με τον Σωκράτη της πρώιμης περιόδου, δέχεται ότι η πλήρης αλήθεια μπορεί να είναι πολιτικά καταστροφική για τους πολλούς. Αυτή η στάση δεν είναι απλώς παιδαγωγική· είναι και ελιτίστικη. Ωστόσο, εκείνο που τον διακρίνει από μεταγενέστερους “ιδεολόγους” είναι ότι δεν προσπαθεί να κρύψει το ψέμα του. Το ονοματίζει, μάλιστα, “γενναίο”. Διατηρεί δηλαδή ακόμα και μέσα στην κατασκευή μια μορφή ειλικρίνειας.

Για τον αναγνώστη, ωστόσο, αυτή η φιλοσοφική κίνηση δεν είναι αθώα. Είναι η πρώτη εκδοχή εκείνης της δυτικής στάσης που αργότερα θα γεννήσει τη χριστιανική περιφρόνηση της σάρκας, τον καρτεσιανό δυισμό, και τελικά τη σύγχρονη τεχνοκρατική αλαζονεία - την πεποίθηση ότι ο λόγος μπορεί να κυριαρχήσει επί της φύσης, να την αντικαταστήσει, ακόμη και να την ακυρώσει.

ΙΙΙ. Η υπεράσπιση: Τραγική συνείδηση, όχι απόδραση

Η αντίθεση που αναπτύχθηκε στη συνομιλία δεν αρνείται τα κείμενα. Αρνείται την ερμηνεία. Ο Πλάτων δεν γράφει από ασφάλεια. Γράφει συντετριμμένος - μετά τον θάνατο του Σωκράτη, και απογοητευμένος από την πολιτική και ηθική κατάρρευση της Αθήνας, με το ερώτημα “μπορεί η αλήθεια να επιβιώσει σε έναν κόσμο φθοράς;” να είναι υπαρξιακό, όχι ακαδημαϊκό. Το “γενναίο ψέμα” δεν είναι θεμελιακό, δομικό στοιχείο μιας πνευματικής συνωμοσίας κατά της φύσης. Είναι πολιτικός μύθος παιδαγωγικού χαρακτήρα και ο ίδιος ο Πλάτωνας το γνωρίζει και το ονοματίζει.

Ωστόσο, η ελληνική πνευματική παράδοση δεν περιορίζεται στον Πλάτωνα. Ο Ηράκλειτος αντιτίθεται στον Παρμενίδη. Ο Αριστοτέλης διορθώνει τον Πλάτωνα. Οι Στωικοί επιστρέφουν στη φύση. Και πιο πρόσφατα, ο Νίτσε επιτίθεται στη μεταφυσική, ο Χάιντεγκερ αποδομεί τη δυτική οντολογία στις ρίζες της. Δεν υπάρχει καμία “θεσμική οντολογία” της Δύσης. Υπάρχει μια ατέλειωτη εσωτερική κρίση. Και αυτή η κρίση είναι, κατά βάθος, ελληνική.

Ο Όμηρος, πολύ πριν από τον Πλάτωνα, δεν αποδρά από τη φύση. Βυθίζεται μέσα σε αυτήν. Η Ιλιάδα δεν είναι απλώς επική ποίηση. Είναι το αντίτιμο της βίας. Ο Αχιλλέας δεν θριαμβεύει. Παθαίνει. Και στο τέλος, δεν ηττάται από τον θάνατο. Τον αγκαλιάζει!: “κῆρα δ' ἐγώ τότε δέξομαι”. Η ελληνική τραγική συνείδηση δεν παράγει άρνηση της πραγματικότητας. Εκβιάζει την επίγνωσή της.

IV. Το βαθύτερο ερώτημα: Άμυνα ή φιλοσοφία;

Στο σημείο αυτό ο διάλογος έφτασε στον πυρήνα του. Αν ο Πλάτων έχτισε έναν “κόσμο ιδεών” ανάμεσα στον νου και τη φθορά, τούτο μπορεί να ειδωθεί ως προσπάθεια επούλωσης του τραύματος ή ως φιλοσοφική διαχείριση του χάους;

Το συμπέρασμα ήταν ότι ίσως το ερώτημα να είναι λανθασμένο. Γιατί και τα δύο δεν αποκλείονται. Ο ανθρώπινος νους, όταν αντιμετωπίζει τη φθορά, κάνει και τα δύο ταυτόχρονα: αμύνεται και φιλοσοφεί. Τρέμει και στοχάζεται. Φοβάται τον θάνατο και αναρωτιέται τι σημαίνει. Αυτή η αδύνατη συνύπαρξη δεν είναι αδυναμία ούτε καν για τον Πλάτωνα. Είναι η συνθήκη κάθε ανθρώπινης σκέψης.

Αυτό ακριβώς θέλει να πει το δοκίμιο για τον ελληνισμό. Οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν τον φόβο και την άγνοια με ηρωισμό ή με αδιαφορία, αλλά με τέχνη, φιλοσοφία, θέατρο, αυτογνωσία. Μετέτρεψαν το τραύμα σε δημιουργία. Δεν έκρυψαν το άλλο πρόσωπο του κόσμου - αυτό το σκοτεινό, το μελαγχολικό - αλλά του έδωσαν μέτρο, μορφή και ομορφιά.

V. Το παράδοξο της ιωνικής ακτής

Υπάρχει μία εικόνα στο δοκίμιο που επιστρέφει στο μυαλό μετά τη συνομιλία: οι Έλληνες αποικιστές που διασχίζουν το Αιγαίο και φτάνουν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Δεν ταξιδεύουν ως κατακτητές ή τουλάχιστον, δεν ήθελαν πια να είναι. Ήρθαν ως λαός που έφερε μαζί του τη μνήμη ενός εγκλήματος - της Τροίας - και ήθελαν να κάνου κάτι αντάξιο αυτής της μνήμης, αποζημιώνοντας την ανθρωπότητα για το έγκλημα που συνειδητά διέπραξαν.

Η εικόνα ανταποκρίνεται επακριβώς τόσο στο περιεχόμενο του διαλόγου όσο και στο ζητούμενο του ελληνικού ψυχισμού. Διότι το ερώτημα “φιλοσοφία ή τραύμα” προϋποθέτει και τα δύο. Οι Έλληνες μάς έδειξαν ότι ο πολιτισμός γεννιέται ακριβώς εκεί που το τραύμα δεν αποσιωπάται και η ενοχή δεν αφήνεται να γίνει απόγνωση. Τότε μόνον συντελείται η πραγματική δημιουργία.

Ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος - όλοι τους γεννήθηκαν από εκείνα τα χώματα. Πιθανόν έτσι να εξηγείται γιατί ετέθη εξαρχής το ερώτημα: “τι είναι ο κόσμος”, και όχι “πώς να δραπετεύσουμε από αυτόν”.

Ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι Έλληνες δεν έκρυψαν τη φθορά είναι ότι γέννησαν την Τραγωδία. Κανένας άλλος πολιτισμός δεν τόλμησε να φέρει στη σκηνή, μπροστά στα μάτια όλου του δήμου, την απόλυτη συντριβή του ανθρώπου από δυνάμεις που ο ίδιος δεν ελέγχει. Αυτό δεν είναι άμυνα. Είναι η πιο ριζική αναμέτρηση με το τραύμα που επιχείρησε ποτέ ο άνθρωπος.

VI. Ένα ερώτημα χωρίς τελεία

Ο διάλογος έκλεισε με μία παρατήρηση που λειτούργησε ως συμπέρασμα: η αδιευκρίνιστη ένταση είναι, ίσως, η μεγαλύτερη κληρονομιά των Ελλήνων. Δεν έλυσαν την αντίθεση ανάμεσα στη λογική και στο χάος, στον λόγο και στη φθορά, στη φιλοσοφία και στο τραύμα. Τη διατήρησαν ζωντανή. Και ίσως αυτή η αδυναμία επίλυσης είναι αυτό που ονομάζουμε σκέψη.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτός ο διάλογος - ανάμεσα σε έναν Έλληνα και έναν αναγνώστη του κειμένου του από τη Βόρεια Ευρώπη - διαδραματίστηκε στο περιθώριο ενός κειμένου που εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στην πόλη όπου η ελληνική μνήμη και η οθωμανική παρουσία συνυπάρχουν επί αιώνες. Στην πόλη που χτίστηκε εκεί ακριβώς που οι Μεγαρείς είχαν ιδρύσει το Βυζάντιο τον 7ο π.Χ. αιώνα.

Ίσως δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να αναρωτηθεί κανείς αν η αναζήτηση σταθερότητας μέσα στη ροή είναι άμυνα ή φιλοσοφία - και να καταλήξει ότι, ίσως, είναι και τα δύο.

 

Βιβλιογραφία:

· Moissidis, C., 2026. Essay on Greeks and Their Expansion in Our Region: On Ionian Culture, Greek Colonisation, and the Enduring Legacy of a People. Πάτρα: Academia.edu

· Πλάτων, 1993. Τίμαιος. Μετάφραση Β. Κάλφας. Αθήνα: Πόλις.

· Πλάτων, 2002. Πολιτεία. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος. Αθήνα: Πόλις.

· Πλάτων, 2004. Συμπόσιο. Μετάφραση Σ. Ράμφος. Αθήνα: Αρμός.

· Πλάτων, 2014. Φαίδων. Μετάφραση Ι. Ν. Πετράκης. Αθήνα: Εκδόσεις της Εστίας

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Η Πρωτομαγιά που προδώσαμε

Φωτογραφίες της Jane Nicholl με τα ξύλινα γλυπτά στο Wat Tyler Country Park, τα οποία μνημονεύουν τη βίαιη εξόντωση των τελευταίων εξεγερμένων χωρικών στο γειτονικό Norsey Woods.


 
Καθώς περνούν τα χρόνια, το ερώτημα επιστρέφει με αυξανόμενη ενόχληση: τί ακριβώς γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά και με ποιο ηθικό δικαίωμα επικαλούμαστε ακόμα τον συμβολισμό της συγκεκριμένης ημέρας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι η πιο ειλικρινής πρόκληση που μπορεί να απευθύνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει μάθει να συμβιώνει άνετα με τις αντιφάσεις της.
 
Γιατί η αδράνεια που παρατηρούμε γύρω μας δεν είναι απλή αδυναμία ή κούραση. Είναι επιλογή. Οι πολίτες δεν αδυνατούν απλώς να υπερασπιστούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα και κόπο· πολύ συχνά συμβάλλουν οι ίδιοι στην αποδόμησή τους, υιοθετώντας αφηγήματα που παρουσιάζουν την υποβάθμιση της ζωής τους ως “αναπόφευκτη πραγματικότητα” ή “κοινό συμφέρον”. Πίσω από αυτά τα αφηγήματα κρύβονται πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και κάθε λογής διαχειριστές, οι οποίοι από τη μία αποδομούν εργασιακές κατακτήσεις και από την άλλη κομπάζουν για τις δήθεν παροχές που «διορθώνουν» «αδικίες», ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν το ίδιο πλέγμα εξάρτησης και διαρκούς ανακύκλωσης των προβλημάτων που υποτίθεται ότι θεραπεύουν.
 
Η ιστορική οπισθοδρόμηση δεν είναι απλά εντυπωσιακή... Είναι ντροπή ένας εργαζόμενος να μην μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσει ανθρώπινα από τη δουλειά του. Είναι προσβλητικό για την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξίας να μην μπορεί να θρέψει την οικογένειά του χωρίς να εξαντληθεί σωματικά και ψυχικά. Είναι εξοργιστικό να αναγκάζεται σε δύο και τρεις δουλειές, χωρίς ασφάλεια, χωρίς σταθερότητα, χωρίς καμία προοπτική, απλά και μόνο για να επιβιώνει πληρώνοντας την κυβερνητική ανικανότητα με καπέλο. Είναι ακατανόητη η αδυναμία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη… Μόνο μία εξήγηση μπορεί να είναι αποδεκτή: το κράτος έχει προδώσει την πιο βασική του αποστολή καθώς, όσα αλλού θεωρούνται αυτονόητα, εδώ παρουσιάζονται ως ανέφικτες πολυτέλειες από ακριβώς εκείνους που ποζάρουν ως υπερασπιστές του εργαζόμενου.
 
Η Πρωτομαγιά έχει εκφυλιστεί προ πολλού σε ένα κενό τελετουργικό. Μια ημέρα “τιμής της εργασίας” που οικειοποιούνται ακριβώς εκείνοι που συνέβαλαν περισσότερο στην υποβάθμισή της. Και ενώ αυτοί μιλούν για “πρόοδο” και “δικαιώματα” και “κατακτήσεις” και “αγώνες”, οι ίδιοι οι πολίτες - με την ανοχή, τη σιωπή τους, τον φόβο τους, τον μικροκομματικό τους διχασμό - λειτουργούν ως ο πιο αποτελεσματικός σύμμαχος αυτής της διάβρωσης.
 
Και η διάβρωση αυτή δεν συντελείται πλέον μόνο στο επίπεδο των νόμων και των αγορών. Συντελείται και εκεί όπου ο αλγόριθμος καθορίζει τι θα γίνει ορατό. Οι πλατφόρμες που “φιλοξενούν” τον σύγχρονο δημόσιο διάλογο και επιβάλλουν το περιεχόμενο και κατευθύνουν την προσοχή στο εντυπωσιακό και το πολωτικό εις βάρος του ουσιαστικού. 
 
Η Πρωτομαγιά - όπως κάθε τι εμπορεύσιμο - γίνεται hashtag, η αγανάκτηση γίνεται story, η διεκδίκηση γίνεται post που εξαντλούνται με το σκρολάρισμα. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η εξαφάνιση της αντίστασης· είναι ότι αυτή προδιαγράφεται ως αδρανής ακόμα πριν εκφραστεί, ενσωματωμένη εκ των προτέρων στον ίδιο τον μηχανισμό που υποτίθεται ότι αμφισβητεί. Έτσι προκύπτουν θεσμοί που λειτουργούν αλλά δεν εμπνέουν, και πολίτες που συμμετέχουν αλλά δεν πιστεύουν. Βλέπε δικαιοσύνη...
 
Δεν χρειάζεται να γίνουμε Ροβεσπιέροι για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αρκεί να παραδεχτούμε ότι η χρόνια παθητικότητα απέναντι στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα αλλά συναίνεση. Και ότι η αγανάκτηση, όταν η αδικία παγιώνεται, δεν είναι απλώς συναίσθημα αλλά πολιτική ανάγκη.
 
Αν θέλουμε να τιμήσουμε ειλικρινά αυτή την ημέρα, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να αυταπατώμαστε. Η αναδιάταξη της σχέσης πολίτη και εξουσίας δεν θα έρθει με συμβολικές πορείες, κενές διακηρύξεις ή (viral) αναρτήσεις. Χρειάζεται απόφαση και γι’ αυτή την απόφαση θα απαιτηθεί θάρρος για να κοιτάξουμε κατάματα τη δική μας ευθύνη για την κατάσταση που καταγγέλλουμε.

 

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ανθρωπισμός και πολιτική στην εποχή του κενού*

illustration by obscure illustrator

 * Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη ανάρτηση του Κώστα Χατζηαντωνίου στο Facebook

Τί είναι ο άνθρωπος; Δεν υπάρχει ένας απόλυτος ορισμός. Ο άνθρωπος είναι, βέβαια, ένας ζωντανός οργανισμός, όμως αυτή η απάντηση δεν αρκεί· αν αρκούσε, το ερώτημα δεν θα είχε τεθεί ποτέ. Από κανέναν.

Είναι επίσης ον που γνωρίζει, αντιλαμβάνεται, κατανοεί. Δεν γεννιέται ολοκληρωμένος. Γίνεται. Διαμορφώνεται στην πορεία, σκέπτεται, κρίνει, επιλέγει. Και ακριβώς επειδή επιλέγει, καθίσταται υπεύθυνος για τα έργα του. Από αυτή την ευθύνη πηγάζει και η ηθική του. Οι “εργοστασιακές του ρυθμίσεις” δεν αρκούν για να τον ορίσουν. Η συνείδησή του τον ωθεί να υπερβαίνει τον εαυτό του, να αμφισβητεί, να αναζητά νόημα. Ο άνθρωπος είναι έργο υπό διαμόρφωση.

Όταν αυτή η θεμελιώδης ιδέα εγκαταλείπεται, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στον μηδενισμό. Ο μηδενισμός δεν είναι μόνο φιλοσοφία, είναι και σύγχρονη στάση ζωής. Ως κοινωνική συνθήκη τον αποδεχθήκαμε με ανακούφιση. Σε έναν κόσμο κουρασμένο από ιδέες, η άρνηση κάθε νοήματος μας παρουσιάστηκε ως ρεαλισμός: να μην πιστεύεις, να μην δεσμεύεσαι, να μην κρίνεις. Έτσι το μηδέν βαφτίστηκε ουδετερότητα και η παραίτηση ελευθερία. Όμως ο άνθρωπος που παραιτείται από την αναζήτηση νοήματος, παραιτείται ταυτόχρονα και από την ευθύνη που τον συγκροτεί.

Η σύγχρονη πολιτική προσαρμόστηκε γρήγορα σε αυτή την παραίτηση. Συχνά τη μεθόδευσε. Όταν δεν υπάρχει αλήθεια, όλα είναι αφήγημα. Όταν δεν υπάρχει ευθύνη, όλα είναι διαχείριση. Οι κοινωνίες χωρίς όραμα, χωρίς αξίες και χωρίς αρχές, κυβερνώνται με στατιστικές. Αξιολογούνται με δείκτες και ο άνθρωπος από πρόσωπο γίνεται μονάδα, ένας αριθμός - προσωπικό τον ονομάζουμε στη χώρα μας. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο καταγραφής...

Δεν χρειάζεται να επιβάλεις βία σε έναν λαό που έχει πειστεί ότι δεν υπάρχει τίποτα άξιο υπεράσπισης. Δεν χρειάζεται λογοκρισία εκεί όπου η αδιαφορία λειτουργεί αποτελεσματικότερα. Το κενό αποδεικνύεται πιο ισχυρό από την καταστολή. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ισότητα απογυμνώνεται από το ηθικό της περιεχόμενο και περιορίζεται στην ομοιομορφία. Ό,τι ξεχωρίζει θεωρείται ύποπτο. Ό,τι απαιτεί κόπο βαφτίζεται ελιτίστικο. Ό,τι μιλά για βελτίωση λοιδορείται ως αυταρχισμός, τοξικότητα, ακροδεξιά παρέκκλιση, αριστερός φασισμός και ό,τι άλλο σκαρφιστεί ο λωλοστεφανής. Έτσι, η μετριότητα αναδεικνύεται ως ηγέτιδα και η παρακμή βαπτίζεται πρόοδος.

Κάποια στιγμή θα επέλθει και η κατάρρευση. 

Τίποτα, ωστόσο, δεν καταρρέει τυχαία. Οι κοινωνίες αποδομούνται όταν εγκαταλείπεται η ιδέα της εσωτερικής εργασίας. Όταν η ευθύνη μεταβιβάζεται διαρκώς αλλού. Όταν ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον εαυτό του ως έργο υπό διαμόρφωση και αρκείται στον ρόλο του καταναλωτή ταυτοτήτων.

Το μηδέν δεν είναι ουδέτερο. Είναι πολιτική επιλογή! Και ευνοεί όσους κυβερνούν χωρίς να λογοδοτούν. Σε έναν κόσμο χωρίς μέτρο, μόνο ο ισχυρός ορίζει το μήκος του κανόνα. Κάθε κοινωνία, όμως, στηρίζεται σε αόρατα θεμέλια. Όταν αυτά εγκαταλειφθούν στην τύχη τους, το οικοδόμημα στέκει για λίγο από αδράνεια και ύστερα καταρρέει και τότε όλοι αναρωτιούνται το γιατί.

Αν υπάρχει σήμερα πολιτική πράξη πραγματικά επαναστατική - γιατί αυτό ψάχνουμε, δεν είναι η άρνηση των πάντων, αλλά η επαναφορά του μέτρου. Η επιμονή ότι ο άνθρωπος λογοδοτεί πρώτα στον εαυτό του. Ότι η ελευθερία χωρίς σκοπό δεν είναι δικαίωμα, αλλά κενό. Το Μηδέν υπόσχεται να μας απαλλάξει από το βάρος της ευθύνης. Όμως κοινωνίες που δεν αντέχουν βάρος, δεν αντέχουν ούτε την ελευθερία.

Καλώς ήλθατε στην Ελλάδα!

 

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Magnum opus


"Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;"
- Διογένης